Το ενημερωτικό μπλογκ για φοιτητές
Καλέστε μας : 210-9211527

Συγκριτικό Δίκαιο

Εισαγωγή

Η δραστηριότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάζει εξαιρετικά σημαντικό ενδιαφέρον ως προς την εφαρμογή της συγκριτικής μεθόδου. Μελετώντας τη νομολογία του Δικαστηρίου μπορούμε να εξάγουμε σημαντικά συμπεράσματα σχετικά με τον τρόπο καθώς και με την έκταση με τα οποία τεκμηριώνει και στηρίζει τις αποφάσεις του χρησιμοποιώντας συγκριτικές μεθόδους.

Το Δικαστήριο χρησιμοποιεί μεθόδους συγκριτικού δικαίου σε πολυάριθμες υποθέσεις  για την ερμηνεία των ιδρυτικών συνθηκών, του παραγώγου δικαίου, για την κάλυψη υφιστάμενων κενών στην έννομη τάξη, για την ερμηνεία ιδρυτικώ συνθηκών και αποφάσεων άλλων οργάνων κ.α.[1]   Η εργασία αυτή έχει ως στόχο της να εντοπίσει στο κείμενο δύο αποφάσεων  τις αναφορές συγκριτικού χαρακτήρα, και να εντοπίσει σε ποια από τις δύο κατηγορίες ανήκουν ανάλογα με την τεχνική που ακολουθήθηκε σε αυτές ως προς την εφαρμογή της συγκριτικής μεθόδου. Σύμφωνα με τη θεωρία στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται οι αποφάσεις που ακολούθησαν την τεχνική αναζήτησης ενός «κοινού παρονομαστή» ανάμεσα στα εθνικά δίκαια των κρατών μελών, ενώ στην δεύτερη κατηγορία α εντάσσονται εκείνες που αναζητούν μία περισσότερο ανεξάρτητη οδό μέσα από την υιοθέτηση μίας αυτόνομης ερμηνείας σε σχέση με το δίκαιο των κρατών μελών»».

1. Υπόθεση 1/70, Internationale Handelsgesellschaft Mhb v.Einfuhr, 1970 E.C.R. 1125

Η Υπόθεση αυτή αναφέρεται στα δύο ερωτήματα που υπέβαλλε το Verwaltungsgericht με έδρα τη  Frankfurt, όπως επιτρέπουν οι διατάξεις του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, σχετικά με το κύρος του συστήματος των πιστοποιητικών εξαγωγής και της συστάσεως ασφαλείας που συνδέεται με αυτά το οποίο προβλέπεται από τον κανονισμό 120/67/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των σιτηρών και τον κανονισμό 473/67/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 21ης Αυγούστου 1967, σχετικά με τα πιστοποιητικά εισαγωγής και εξαγωγής.

Σύμφωνα με την  κρίση του Δικαστηρίου δικαστηρίου, το σύστημα συστάσεως ασφαλείας για το οποίο έχουν κατατεθεί τα δύο ερωτήματα της Verwaltungsgericht είναι αντίθετο σε μερικές αρχές δομών του εθνικού συνταγματικού δικαίου. Οι αρχές αυτές ωστόσο θα πρέπει να προστατευθούν στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, και για πραγματοποιηθεί αυτό θα πρέπει η υπεροχή του υπερεθνικού δικαίου να υποχωρήσει ενώπιον των αρχών του γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου.(παρ. 2) Ωστόσο το Δικαστήριο διαπιστώνει πως το σύστημα συστάσεως ασφαλείας σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο  θα προσέβαλε τις αρχές της ελευθερίας δράσεως και διαθέσεως, της οικονομικής ελευθερίας και της αναλογίας που προκύπτουν ιδίως από τα άρθρα 2, παράγραφος 1 και 14 του Θεμελιώδους (γερμανικού) Νόμου. Για αυτό τα σκοπό έκρινε πως η υποχρέωση εισαγωγής ή εξαγωγής που απορρέει από τη χορήγηση των πιστοποιητικών, μαζί με τη σύσταση ασφαλείας που συνδέεται μ’ αυτή, θα αποτελούσε σίγουρα μία υπερβολική παρέμβαση στην ελευθερία διαθέσεως του εμπορίου, ενώ ο σκοπός των κανονισμών  της  ΕΚ μπορεί να επιτευχθεί με επεμβάσεις που θα είχαν λιγότερο βαριές συνέπειες από τις συνέπειες του γερμανικού δικαίου.

Το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση προβαίνει σε μία ερμηνεία αυτόνομη από τις διατάξεις των κρατών μελών, θέλοντας να τονίσει την υπεροχή του κοινοτικού/ευρωπαϊκού δικαίου έναντι της εσωτερικής έννομης τάξης των κρατών μελών, τα οποία είναι επιφορτισμένα με την υποχρέωση να προσαρμόζουν την εσωτερική τους νομοθεσία στην ευρωπαϊκή. Σύμφωνα με την απόφαση του διδακτηρίου οι νόμοι που πηγάζουν από τη Συνθήκη για την Ε.Ε. δεν μπορούν να παρακαμφθούν από την εθνική νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.  Όπως  σημειώνει το Δικαστήριο, η εγκυρότητα των κοινοτικών μέτρων και οι επιπτώσεις τους δεν μπορούν να επηρεαστούν από οποιονδήποτε ισχυρισμό κράτους μέλους, όπως στην περίπτωση που εξετάζεται στην υπόθεση αυτή, πως αντιτίθενται είτε σε θεμελιώδη δικαιώματα  τα οποία  πηγάζουν από το Σύνταγμα κράτους μέλους. Ειδικότερα το Δικαστήριο σχολιάζει πως «Κατά την κρίση του παραπέμποντος δικαστηρίου, το σύστημα συστάσεως ασφαλείας είναι αντίθετο σε μερικές αρχές δομών του εθνικού συνταγματικού δικαίου που πρέπει να προστατευθούν στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, έτσι ώστε η υπεροχή του υπερεθνικού δικαίου να πρέπει να υποχωρήσει ενώπιον των αρχών του γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου.»(παρ. 2 εδ.2)

Όπως με σαφήνεια αναφέρει το Δικαστήριο στην απόφασή του, αναζητώντας προφανώς την προσφορότερη λύση για το κοινοτικό δίκαιο, διατάξεις του οποίου δέχθηκαν την αμφισβήτηση του μέρους που κατέφυγε σε αυτό, έκρινε πως οποιαδήποτε  προσφυγή σε κανόνες ή νομικές έννοιες εθνικού δικαίου, για την εκτίμηση του κύρους πράξεων που εκδόθηκαν από τα όργανα της Κοινότητας, θα είχε ως  αποτέλεσμα να θίξει την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου.

 Επιπροσθέτως σχολιάζει πως «Το κύρος τέτοιων πράξεων δεν θα μπορούσε να κριθεί παρά με βάση το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, δεν θα ήταν δυνατό, λόγω της φύσεώς του, ν’ αντιταχθούν δικαστικώς στο δίκαιο που γεννάται από τη Συνθήκη, αφού απορρέει από αυτόνομη πηγή, κανόνες εθνικού δικαίου, όποιοι κι αν είναι, χωρίς το δίκαιο αυτό να χάσει τον κοινοτικό του χαρακτήρα και χωρίς να τεθεί υπό αμφισβήτηση η νομική βάση της ίδιας της Κοινότητας .» (παρ. 3) Τέλος τονίζει ότι οποιαδήποτε επίκληση προσβολής είτε των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως έχουν διατυπωθεί από το Σύνταγμα ενός κράτους μέλους, είτε των αρχών μιας εθνικής συνταγματικής δομής δεν θα μπορούσε να θίξει το κύρος μιας πράξης της Κοινότητας ή την ισχύ της στο έδαφος του κράτους αυτού.(παρ. 3)

Έκρινε τελικά πως δεν μπορεί  να τεθεί υπό αμφισβήτηση η αρχή του συστήματος συστάσεως  ασφαλείας της, ενώ αφού εξέτασε τα δύο ερωτήματα  έκρινε τελικά πως δεν θίγεται  το κύρος ούτε του άρθρου 12, παράγραφος 1, εδάφιο 3 του κανονισμού 120/67/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής ή εξαγωγής από τη σύσταση ασφαλείας που διασφαλίζει την υποχρέωση εισαγωγής ή εξαγωγής κατά το χρόνο ισχύος του πιστοποιητικού, ούτε και του  άρθρου 9 του κανονισμού 473/67/ΕΟΚ της Επιτροπής, για τον περιορισμό της άρση της υποχρεώσεως εισαγωγής ή εξαγωγής και την ελευθέρωση της ασφαλείας μόνο στην περίπτωση των περιστάσεων που θεωρούνται ως περιπτώσεις ανωτέρας βίας.

2. Υπόθεση 4/73, Nold v. Ruhrkohle Aktiengesellschaft,1974 E.C.R. 491

Η υπόθεση εξετάζει την προσφυγή που κατέθεσε στις 31 Ιανουαρίου 1973 η J. Nold, ετερόρρυθμη εταιρία, που διεξάγει στο Darmstadt χονδρικό εμπόριο άνθρακα και οικοδομικών υλικών. Με την προσφυγή της η εταιρεία αυτή ζήτησε από τη Δικαστήριο την ακύρωση της απόφασης της 21ης Δεκεμβρίου 1972 της Επιτροπής περί εγκρίσεως των νέων κανόνων πωλήσεως της Ruhrkohle AG (ABL 1973, L 120, σ. 14), και, επικουρικώς, την αναγνώριση της ακυρότητας και της μη εφαρμογής της απόφασης αυτής, καθόσον αφορά την προσφεύγουσα.

Σύμφωνα με τις αιτιάσεις της προσφεύγουσας η ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής  προβλέπει για κάθε εταιρεία που δραστηριοποιείται στον κλάδο αυτό, την υποχρέωση να προβαίνει σε  αγορές σε ετήσια βάση τουλάχιστον 6 000 τόνων καυσίμων ετησίως για τον εφοδιασμό του κλάδου θέρμανσης κατοικιών και μικρών καταναλωτών, είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τις  ετήσιες πωλήσεις της στον κλάδο αυτό’ και υπό αυτές τις προϋποθέσεις,  με την εισαγωγή αυτής της ρήτρας, η προσφεύγουσα εκτοπίζεται από την αγορά ως χονδρέμπορος.  Θα πρέπει να σημειωθεί πως στην υπόθεση παρενέβησαν υπέρ της Επιτροπής δύο επίσης γερμανικές επιχειρήσεις οι Ruhrkohle AG και Ruhrkohle-Verkaufs GmbH, οι οποίες και ισχυρίστηκαν πως η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της προσφεύγουσας.

Κατά την εξέταση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου, επιλέχθηκε  η πρώτη τεχνική της αναζήτησης μίας κοινής συνιστώσας με το γερμανικό εθνικό δίκτυο, ιδιαίτερα όσον αφορά την αιτίαση περί προσβολής θεμελιωδών δικαιωμάτων.  Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου όταν πρόκειται για θεμελιώδη δικαιώματα  τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει. Κατά την προστασία των δικαιωμάτων αυτών το Δικαστήριο καθοδηγείται από  τις συνταγματικές παραδόσεις που είναι κοινές στα κράτη μέλη και, συνεπώς, δεν μπορεί να κάνει δεκτά μέτρα που αντίκεινται στα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται και προστατεύονται από τα συντάγματα των κρατών αυτών. Επίσης όπως συμπεράνει το σύνολο των διεθνών συμβάσεων οι οποίες προστατεύουν την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, στις οποίες συνέπραξαν και προσχώρησαν τα κράτη μέλη, παρέχουν επίσης ενδείξεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου. (παρ. 13)

Η παράγραφος αυτή έχει ως στόχο να απαντήσει στον ισχυρισμό της προσφεύγουσας σχετικά με την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων από την νέα ρύθμιση που εισήγαγε η Επιτροπή με την εν λόγω οδηγία.   Ειδικότερα εντοπίζει πως η εν λόγω ρύθμιση της Επιτροπής η οποία και τέθηκε υπό αμφισβήτηση όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα επιχείρηση η οποία θεωρεί πως βασικά της δικαιώματα όπως αυτά της κυριότητας, της ελεύθερης ασκήσεως επαγγέλματος, τα οποία που προστατεύονται από το σύνταγμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, από τα συντάγματα άλλων κρατών μελών και από διάφορες διεθνείς συμβάσεις και ειδικότερα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της 4ης Νοεμβρίου 1950 συμπεριλαμβανομένου του προσθέτου πρωτοκόλλου της 20ής Μαρτίου 1952.

Το Δικαστήριο σε αυτό το σημείο παραδέχεται την ύπαρξη κοινών αρχών τόσο στα δίκαια των κρατών μελών, όσο και στο Κοινοτικό αλλά και στο Γενικό Διεθνές Δίκαιο σχετικά με την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων.  Το Δικαστήριο κρίνει πως ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας δεν τεκμηριώνεται καθώς η απόφαση της Επιτροπής δεν παραβιάζει κάποιο ειδικότερο θεμελιώδες δικαίωμά της.    Ωστόσο αιτιολογώντας την ορθότητα της απόφασης της Επιτροπής σε σχέση με την προστασία και την παράβαση την ίδια στιγμή θεμελιωδών δικαιωμάτων ορίζει πως είναι επίσης απαραίτητο τα θεμελιώδη αυτά δικαιώματα, όπως εντοπίζονται στο δίκαιο των κρατών μελών, αλλά και στο κοινοτικό να προασπίζονται από την Ε.Ε. και τα αρμόδια όργανά της, ακόμη και μέσω της υποβολής περιορισμών που προβλέπονται για λόγους προστασίας δημοσίου συμφέροντος.

Πηγές

Χρ. Δεληγιάννη-Δημητράκου, Εισαγωγή στο Συγκριτικό Δίκαιο, (Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., Αθήνα, 1997

Υπόθεση 1/70, Internationale Handelsgesellschaft Mhb v.Einfuhr, 1970 E.C.R. 1125

Υπόθεση 4/73, Nold v. Ruhrkohle Aktiengesellschaft,1974 E.C.R. 491

[1] Χρ. Δεληγιάννη-Δημητράκου, Εισαγωγή στο Συγκριτικό Δίκαιο, (Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., Αθήνα, 1997, σ. 112-3.

Comments are closed.